Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2007

Υγρό


Οι δρόμοι της βροχής,
στενοί, αθέατοι.
Ανάσα ετοιμοθάνατου η ομίχλη
και τα φώτα χλωμά ν' αργοσαλεύουνε.
Οι δρόμοι της βροχής
με τα τσιγάρα π' αναβεις
ν' αναπνεύσεις λίγη αλήθεια, πολύ πόνο.

Αλήθεια....
Πόσο ήρεμα κυλά το νερό στις πλάκες
στο δικό του ταξίδι...
Πώς κλείσαμε τους δρόμους μας....
Λίγη αλήθεια...
Τίποτ' άλλο.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Ένα τραγούδι για το δρόμο…



ένα τραγούδι για το δρόμο…
που μοιάζει ατέλειωτος, ανέξοδος χαμός
για όλα αυτά που από τα μάτια μας περάσανε
και στις καρδιές μας σφηνωθήκανε βαθιά…

Το ποίημα αυτό είναι απόσπασμα από post του Μορφέα. Μου άρεσε πολύ. Ταίριαζε και με το περπατημένο μπλογκ μου κι είπα να το δημοσιεύσω.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007

Για την Τίνα


Περπατάς στη διάρκεια της μέρας,
κι ολοένα βαραίνει ο ίσκιος σου.
Γκρίζες ώρες κυλούν απαθέστατα
κι η άνοιξη μέσα σου πικραίνεται.

Οι λυγμοί σου,
ένα ποτάμι κουρασμένο,
που πλανιέται τη νύχτα αργά
και πίνει τον ύπνο σου
κι έπειτα λησμονιέται βουλιάζοντας στο κενό.

Στην πολυθόρυβη σιωπή της θλίψης λιώνεις…
Ακίνητη στη ρευστότητά σου…
Παρούσα στην απουσία σου…
«Τελικά είχες δίκιο...
Δεν υπάρχουν καλοί άνθρωποι» λες.
Ξέχασες όμως
τους καλούς
που απ’ τη ζωή σου πέρασαν.

Ο τροχός παίρνει την άλλη του στροφή
και τα ζεματιστά σου δάκρυά,
που κοιμούνται σε μια σελίδα άσπρο φως,
γίνονται φτερά
κι ύστερα μεγαλώνουν σαν άγγελοι.

Ο ήλιος του μεσημεριού σε λούζει
κι ιχνηλατεί ψηλαφιστά το πρόσωπό σου.
Είναι γαλήνη μυστική
και σε καλεί
φτερώνοντας αισθήματα κρυμμένα.

Γύρισε το κλειδί στην πόρτα.
Άνοιξε
και περιπλανήσου…

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2007

Επμιστευτικά

Του είπαν εμπιστευτικά
κι αυτός το πίστεψε:
Θα πεις αράδα δέκα μπούρδες,
μα θα τις πεις αργά,
πολύ αργά,
μέχρι που να σκάζεις θέληση,
μέχρι να λιώνεις κόκαλα.
Κι εμείς,
ένοια σου και μη φοβάσαι.
Έχουμε τον τρόπο,
έχουμε τα χρώματα,
τα λουλούδια και τ' αρώματα
να τις στολίσουμε ποικιλοτρόπως...
Κι ένοια σου, λέμε,
θα τις ακούσουν,
θα τις καταπιούν
κι όσο να πεις, αμήν,
θα μπουν σε σχολικά βιβλία,
πόστερ θα γίνουν,
δημοφιλή τραγούδια,
ταινίες θέατρα
και στις εφημερίδες πρωτοσέλιδα.
Φτάνει ν' αφειερώσεις την ψυχή σου κάπου.
Μη ρωτά σε ποιον,
σε τι...
Όχι...
Τότε άντε. Καληνύχτα.

Επιμένει

Αυτό το δέντρο επιμένει.
Το κόψαμε, το ξεριζώσαμε
κι αυτό επιμένει.


Αυτό το όνειρο επιμένει.
Το χυδαϊσαμε, το ψευτίσαμε
κι αυτό επιμένει.


Αυτή η αλήθεια επιμέμει.
Τη σκευρώσαμε, τη νερουλιάσαμε
κι αυτή επιμένει.


Αυτή η πίστη επιμένει.
Την τρομάξαμε, την προδόσαμε
κι αυτή επιμένει.


Αυτό το ποτήρι επιμένει.
Το αδειάσαμε, το στραγγίξαμε
κι αυτό επιμένει.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2007

Αφού δεν... Γιατί;

Αφού δεν είδε ποτέ του δέντρα.
Αφού δεν είδε ποτέ του λουλούδια.
Αφού δε είδε ποτέ του πεταλούδες.
Γιατί τον βασανίζετε με περιγραφές;

Αφού δεν αγάπησε ποτέ του τα πουλιά.
Αφού δεν αγάπησε ποτέ του τα ζώα.
Αφού δεν αγάπησε ποτέ τους ανθρώπους.
Γιατί τον βασανίζετε με συναισθήματα;

Αφού δεν πίστεψε ποτέ στην αλήθεια.
Αφού δεν πίστεψε ποτέ στην ιδέα.
Αφού δεν πίστεψε ποτέ στη θυσία.
Γιατί τον βασανίζετε με ιδεολογίες;

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2007

Μισοάδειο


Και σωπαίνεις σωπαίνεις
όταν οι άνεμοι σε δέρνουν ολούθε
όταν τ' αγρίμια σου ξεσκίζουν τη σάρκα
και πεθαίνεις. παθαίνεις
Κάθε μέρα, κάθε νύχτα, λίγο λίγο,
μ' ακυβέρνητη στο πέλαγος μια βάρκα.

Και σωπαίνεις. σωπαίνεις
Κι όμως θέλεις να φωνάξεις και να πεις ό,τι σε πνίγει
μεσ' τη νύχτα που 'ναι η καλύτερή σου φίλη
και γλυκαίνεις γλυκαίνεις
το χολερό ποτήρι της ζωής, που γεμίζει με το δάκρυ.
περπατάς νομίζοντας στου δρόμου πως θα φτάσεις την άκρη.

Και σωπαίνεις σωπαίνεις
κι όμως πιότερα σου λέει το τραγούδι της σιωπής
που ακούς μεθυστικά μέσα στη νύχτα
κι ανεβαίνεις αναιβαίνεις
κουρασμένος, τον ανήφορο μιας άχαρης ζωής
που σε κέρασε αλλόγιστα την πίκρα.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2007

Υπό την επίδραση του Γιάννη Περπατητή


Παραληρώ βαδίζοντας.
Παραμιλώ τρεκλίζοντας.
Παραπατώ σφυρίζοντας,
και παρασκουντουφλίζοντας.*


Παραντουρώ* γλιστρίζοντας
και παραπαίω τρίζοντας,
παρακουντρουβαλίζοντας
παρασκοντοβολολίζοντας,*
και παραστραβελίζοντας. *


Παραλύω λυγίζοντας,
παράχουν γονατίζοντας,
παράνους χαμερπίζοντας,
παραπονιέμαι βρίζοντας,
παράμερα γκαρίζοντας.

Παραμακρύς ορίζοντας
παρατηρεί σιωπίζωντας.

__________________________________
*σκοντοβολώ:
(χιώτικα) βαδίζω σε ανώμαλο και κακό δρόμο, περιπλαινιέμαι, ταλαιπωρούμαι περιφερόμενος εδώ κι εκεί. Ο Πασπάτης γράφει: «Σκουντοβολώ, διέρχομαι δρόμους ορεινούς, ή περπατώ εν ώρα σκότους…» (το «παράσκουντοβολώ» είναι δικιά μου λέξη, σημαίνει σκουντοβολώ υπερβολικά)
*σκουντουφλώ: (χιώτικα) σκοντάφτω (κοντός+τυφλός) ή (σκότος+τυφλός)
*στραβέλης: (χιώτικα) στραβός, απρόσεκτος

*παραντουρώ: (χιώτικα) παραπατώ