Δευτέρα, 21 Μαΐου 2007

Το φάντασμα του μπουκαλιού

. Σήμερα προσπαθούσα να γράψω ένα ποίημα σχετικό με το όνομά μου στο blog, αλλά δεν τα κατάφερα. Για μία ακόμη φορά η βαρετή και καθόλου μαγική πραγματικότητα αρνείται να μου δώσει ερεθίσματα για να δημιουργήσω. Έτσι κι εγώ σας δίνω αυτό το ποίημα που έγραψε ένας παλιός μου φίλος. Δεν ξέρω βέβαια αν θα χαρεί ή αν θα νευριάσει όταν δει στο Internet το δικό του ποίημα. Αλλά σιγά μην το μάθει! Πόσοι επισκέπτονται το site μου; Ευτυχώς ή Δυστυχώς πολύ λίγοι!

Σημείωση: Διαβάστε το προσεκτικά κι αν χρειαστεί πάνω από μία φορές, για να καταλάβετε το βαθύτερο νόημα.

Το φάντασμα του μπουκαλιού
Αυτό το φάντασμα,
που αργοπεθαίνει από ασφυξία
στην άδεια κοιλιά του μίστερ Walker
κάπου το ξέρω.
Η αγωνία του κάτι μου θυμίζει.
Το άδειο του βλέμμα π’ αντικρίζει
την άψυχη θάλασσα του ταβανιού,
θα ορκιζόμουν πως
ολότελα άγνωστο δε μου είναι.
Θα ασπαζόμουν ευχαρίστως
τα πανιασμένα του χείλη,
όμως αναμνήσεις θορύβων
ξεπηδούν στο κεφάλι μου
και στρέφουν αλλού
τα κουρασμένα μου μάτια.

Είναι απόγευμα.
Λευκό μέχρι θανάτου.
Δίχως δέντρα, σπίτια, ανθρώπους.
Μια απέραντη έρημος. Αφού δρόμο κανέναν δεν γεννά
η νοσταλγία.
Τίποτα δεν ταράζει την ακινησία αυτής της στιγμής.

Μόνη παραφωνία τ’ αργοσάλεμα
των χεριών του φαντάσματος.
Με πόση χάρη
-ηδονικά σχεδόν-
απλώνει τα χέρια
στου μπουκαλιού τα τοιχώματα.
Μίστερ Johnnie, βοήθησέ το!
Σε υπηρέτησε πιστά κάμποσα βράδια
κι αν όχι τη προσευχή σου
λίγον, έστω, αέρα
νομίζω πως θ’ άξιζε…

Αυτό το φάντασμα
στ’ αλήθεια το ξέρω.
Είναι ότι έμεινε
από κάποιον που είχε
ό,τι έχουν όλοι οι άνθρωποι.
Μάνα, μνήμη, ψυχή κι αισθήματα.
Όμως κουρσεύτηκε από δυνατές καταιγίδες
που φώλιαζαν στου μυαλού του την άκρη.
Από ανεμοστρόβιλους
που παρέσερναν σε μακρινούς ορίζοντες
τις αίολες σκέψεις του.

Έκτοτε άλλαξε φίλους.
Ο μίστερ Γκόρντον’ς,
η γλυκιά Κάτυ Σαρκ,
ο στρουμπουλός Μπέρμπον
του κρατούν συντροφιά κάθε νύχτα.
Οι μόνοι που τον ανέχονται τα βράδια…
Αλλά κάθε πρωί τον εγκαταλείπουν σκληρά.
Κι αυτός αθόρυβα με ματωμένη την καρδιά,
γυρεύει μια στέγη ζεστή.

Αυτόν τον άνθρωπο στ’ αλήθεια τον ξέρω.
Τον ξέρω καλά.
Κι ας κατοικεί σε μπουκάλια…

Σάββατο, 12 Μαΐου 2007

Why “Alex the Walker”?

Σίγουρα θ’ αναρωτιέστε πώς μου ‘ρθε κι έβαλα αυτό το όνομα. Κι όχι μόνο εσείς, αλλά αρκετοί γνωστοί και ηλεκτρονικοί φίλοι έχουν την ίδια απορία. Έφτασε, λοιπόν η στιγμή που θα σταματήσετε ν’ απορείτε.


  1. Σίγουρα δεν είναι ένα όνομα που εφηύρα τυχαία, επειδή είχα πλέον αγανακτήσει από τις ατελείωτες προσπάθειες να βρω κάτι που να μην υπάρχει.
  2. Σίγουρα δεν είμαι Άγγλος.
    (ούτε και Αμερικάνος)
  3. Σίγουρα δεν έχω σκοπό να κάνω διαφήμιση στο Johnnie Walker. (πάντως οι διαφημίσεις του στην τηλεόραση είναι εξαιρετικές, για πολλούς λόγους)
  4. Σίγουρα δεν είμαι αλκοολικός.

Διάλεξα αυτό το όνομα επειδή μ’ αρέσει να περπατάω. Άλεξ ο περπατητής, λοιπόν… Βέβαια το περπάτημα δεν είναι κάτι τόσο απλό όσο φαίνεται. Είναι ολόκληρη φιλοσοφία! Βέβαια!

Στην εποχή μας ο άνθρωπος (και ειδικά ο Έλληνας) δεν περπατάει σωστά και φιλοσοφημένα. Έτσι όπως κατάντησε η σύγχρονη ελληνική ζωή, ο Νεοέλληνας, (και ειδικά ο μαθητής) εξαιτίας του ελάχιστου ελεύθερου χρόνου, έχει αναγκαστεί να τρέχει! Η ίδια η Ελλάδα βάζει νέφτι στον κ… του κοσμάκη για να τρέχει και να μη φτάνει! Ακόμα και οι λίγοι άνθρωποι που παρέμειναν να πηγαίνουν στη δουλειά τους χωρίς κάποιο μεταφορικό μέσο, (Σκεφτείτε τι θα συνέβαινε αν όλοι περπατούσαν και δεν οδηγούσαν… Ούτε καυσαέρια, ούτε φασαρία… Θα έκαιγαν και θερμίδες οι πιο στρουμπουλοί…) ακόμα κι αυτοί περπατούν (οι περισσότεροι τουλάχιστον) βιαστικά ανοίγοντας αμβλείες γωνίες 110ο μοιρών με τα πόδια τους σε ταχύτητα μεγαλύτερη των 100 βημάτων/min, κοιτώντας αγωνιωδώς το ρολόι τους, που και που, μην τύχει και τους τσακώσει τ’ αφεντικό αργοπορημένους. Να μην τα ρίχνουμε, όμως όλα στη «σύγχρονη ελληνική ζωή», γιατί φταίει λίγο κι ο Έλληνας, που τα παρατάει όλα τελευταία στιγμή και στο τέλος αγχώνεται. Αλλά αυτή είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία…

Θυμάμαι μια χαρακτηριστική σκηνή που σε κάνει να πιστέψεις ότι αυτά που λέω δεν είναι λόγια του αέρα που τα γράφω απλώς για να γράψω κάτι:
Καθώς, λοιπόν, πήγαινα να παρακολουθήσω μια θεατρική παράσταση στο Ομήρειο (θα σας πω άλλη φορά για το Ομήρειο) συνάντησα έναν φίλο που προχωρούσε με μεγάλη ταχύτητα. Τώρα δεν έχω ακόμη καταλάβει αν προχωρούσε ή αν έτρεχε. Πάντως έκανε κάτι μεταξύ αυτών των δύο. Βλέποντάς τον από μακριά τον χαιρέτησα. Εκείνος συνέχισε να προχωράει με την ίδια πάντα ταχύτητα. Σκέφτηκα πως δε με είδε και τον ξαναχαιρέτησα. Αλλά εκείνος τη δουλειά του. Λες και του βάλανε νέφτι στον κ… Μετά του φώναξα δυνατά για να μ’ ακούσει. Μετά ακόμα δυνατότερα. Αλλά εκείνος το χαβά του. Τελικά γύρισε να με κοιτάξει που ξεφώνιζα και, για να μη συνεχίσω να φωνάζω και γίνουμε κι οι δυο ρεζίλι, μου είπε ένα ξερό «γεια». Δεν είχε τίποτα μαζί μου απλώς βιαζόταν...

Ξέρω ένα σωρό τέτοια παραδείγματα να σας πω, και από προσωπικές εμπειρίες και από εμπειρίες άλλων. Είναι πολύ συνηθισμένο το να δεις κάποιον στο δρόμο και να μη σου μιλήσει επειδή ο χρόνος του είναι λιγοστός και πολύτιμος.

Ένιγουέι, σημασία έχει να μάθει κανείς να περπατάει, χωρίς άγχος όπως αυτός ο διάσημος περπατητής:

Δυστυχώς, όμως, λίγοι είναι αυτοί που περπατάνε σωστά.
  • Λίγοι περπατούν μόνο και μόνο για να ξεμουδιάσουν.

  • Λίγοι περπατούν μόνο και μόνο για να αδυνατίσουν.
  • Λίγοι περπατούν σε μια παραλία μόνο και μόνο για να απολαύσουν το τοπίο.

  • Λίγοι περπατούν σ’ ένα λόφο ενός γραφικού χωριού μόνο και μόνο για να δουν τον εγκαταλελειμμένο μύλο να λούζεται από το σεληνόφως.
  • Λίγοι περπατούν στο δάσος μόνο και μόνο για να ακούσουν τον άνεμο να περνάει με βιάση μεσ’ απ’ τα κλαδιά των δέντρων.

  • Λίγοι περπατούν κοντά στη θάλασσα μόνο και μόνο για να ακούσουν τον παφλασμό των κυμάτων.

  • Λίγοι περπατούν σ’ ένα βουνό μόνο και μόνο για να νιώσουν την παγερή ανάσα του ανέμου στα γυμνά τους χέρια.

  • Λίγοι περπατούν στην αμμουδιά μόνο και μόνο για να νιώσουν το παιγνιδιάρικο χαΐδεμα των κυμάτων στα γυμνά τους πόδια.
  • Λίγοι περπατούν στους δρόμους μόνο και μόνο για να πουν μια καλημέρα ή να χαμογελάσουν σε κάποιον κατσούφη περαστικό. (έτσι θα τον κάνουν κι αυτόν να χαμογελάσει)
  • Λίγοι περπατούν σε μια κοντινή γειτονιά μόνο και μόνο για να πουν μια συγγνώμη ή για να συγχωρέσουν τον εχθρό τους.

  • Λίγοι περπατούν μόνο και μόνο για να… περπατούν. (με όλη τη σημασία της λέξης)

Ίσως όλα αυτά να σας φαίνονται λίγο χαζορομαντικά. Μπορεί και να έχετε δίκιο… Είτε όμως έχετε δίκιο, είτε όχι, πρέπει να παραδεχτείτε ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει να περπατάμε «σωστά» και «φιλοσοφημένα». (τους οποίους δεν θα τους γράψω. Θα τους βρείτε μόνοι σας διαβάζοντας ξανά το προηγούμενο.)
Όμως για έναν Έλληνα (κυρίως για ένα πρωτευουσιάνο Έλληνα) Είναι πολύ δύσκολο να γίνει σωστός «περπατητής», ακόμα κι αν το θέλει. Πρώτον, επειδή ο χρόνος του είναι περιορισμένος και δεύτερον επειδή το περιβάλλον του δεν είναι κατάλληλο για περίπατους. Οι εκνευριστικοί αυτοί θόρυβοι, που υπάρχουν σε κάθε ελληνική πόλη, σπάνε τα νεύρα, ακόμα και του πιο αναίσθητου πολίτη. Πώς να κάνεις βόλτα, όταν εκεί που δεν το περιμένεις, περάσει ένα μηχανάκι και σου «σπάσει τα τύμπανα»; Κι εκτός αυτού είναι και το καυσαέριο και πολλά άλλα που δεν υπάρχει λόγος να τα αναφέρω, γιατί τα ξέρει και η «κουτσή Μαρία».
Εγώ, όπως καταλάβατε, μένω σε επαρχία. Είναι καλύτερα, βέβαια, αλλά τα βασικά προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν κι εδώ, αλλά ευτυχώς σε μικρότερο βαθμό.

Το ακόλουθο φωτογραφικό υλικό είναι διάφοροι δρόμοι που έχω περπατήσει και άλλοι που θα ήθελα πολύ να περπατήσω… Στοχαστείτε, ονειροπολήστε, φανταστείτε, χαζέψτε τους, απολαύστε τους, μα προπάντων περπατήστε τους!!!



Τα πρώτα μου ταπεινά βηματάκια στο blog

H καλύτερη μέρα για να ξεκινήσει κανείς ένα blog είναι το Σάββατο. Ο φιλόδοξος, λοιπόν, blogger, ξεκούραστος καθώς είναι και συνήθως μην έχοντας πολλά πράγματα να κάνει, κάθεται ανέμελα στο κομπιουτεράκι του και γεμίζει λέξεις το ηλεκτρονικό χαρτί. Ξεκίνησα κι εγώ με αισιοδοξία και με την ελπίδα ότι θα συνεχίζω να γράφω στο blog για αρκετό καιρό, χωρίς να βαρεθώ (και προπαντός χωρίς να με βαρεθείτε κι εσείς!).
Σήμερα ήθελα απλά να κάνω μιαν αρχή στο blog μου. Τίποτα παραπάνω. Εξάλλου, η σημερινή μέρα δε μου δίνει αρκετά ερεθίσματα για να γράψω πολλά. Τα ουσιαστικά που εξηγούν την κατάστασή που βρίσκομαι αυτή τη στιγμή είναι τα εξής: πλήξη, βαρεμάρα αφάνταστη, οκνηρία, νωθρότητα απερίγραπτη, αδράνεια, απραγμοσύνη ανεκδιήγητη (κοκ.) … Αλλά και αισιοδοξία για το νέο μου blog!


See you παίδες!!!