Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Μια γεύση απο Θαλασσινό




Ό, τι αγάπησα

Ό,τι αγάπησα πίσω τ' άφησα,

να φωτίζει τα σκοτάδια που περπάτησα,

να περνάς εσύ,

να μη χάνεσαι

κι όποιος χάνεται

να μη νοιάζεσαι.

***

Ό,τι αγάπησα πολύ

μέσα από θαμπό γυαλί,

το κοιτώ και τ' αγαπάω

τώρα πιο πολύ.

***

Ό,τι αγάπησα πίσω τ' άφησα,

σαν πουλί σε μαύρη πέτρα το ζωγράφισα,

να το δεις εσύ,

λίγο να σταθείς

κι αν με θυμηθείς

μη μου λυπηθείς.




Θαλασσινός - Ότι α...


Γύρισε

Ας ήταν η συγγνώμη

φιλί σε σταυροδρόμι,

που τ' άφησες μια μέρα

αντί για καλημέρα.

***

Ας ήτανε κι η τύψη

φιλί που το χεις κρύψει,

για να μου το χαρίσεις

όταν ξαναγυρίσεις.


***

Γύρισε, κλειδί στην πόρτα γύρισε.

Γλυκό μου στόμα, μίλησε.

Ν' ακούει κι η καρδιά.

***

Ας ήταν το δάκρυ

στου στεναγμού την άκρη,

τα μάτια σου να υγραίνει

και να τα ομορφαίνει.


***

Ας ήταν κι η μετάνοια

πληγή στην περηφάνια

να γύριζες σε μένα

με τα μαλλιά λυμένα.

Θαλασσινός - Γύρισ...

Ν' αγαπάς
Ν' αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα

τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους,

τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα

και πολύ ν' αγαπάς τους ανθρώπους.

***

Τα θεριά ν' αγαπάς και τ' ανήμερα

τα νησιά, τα ποτάμια, τ' αστέρια.

Κι αν ποτέ σε πληγώσουν κατάστηθα

φίλοι, αγρίμια, λευκά περιστέρια,

***

ν' αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι

τη δική σου γαλήνη κι εκείνα

που μ' αγάπη το νου μας φωτίζουνε

και βλασταίνουν αμάραντα κρίνα.


Θαλασσινός - Ν' αγ...

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2007

Υγρό


Οι δρόμοι της βροχής,
στενοί, αθέατοι.
Ανάσα ετοιμοθάνατου η ομίχλη
και τα φώτα χλωμά ν' αργοσαλεύουνε.
Οι δρόμοι της βροχής
με τα τσιγάρα π' αναβεις
ν' αναπνεύσεις λίγη αλήθεια, πολύ πόνο.

Αλήθεια....
Πόσο ήρεμα κυλά το νερό στις πλάκες
στο δικό του ταξίδι...
Πώς κλείσαμε τους δρόμους μας....
Λίγη αλήθεια...
Τίποτ' άλλο.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

Ένα τραγούδι για το δρόμο…



ένα τραγούδι για το δρόμο…
που μοιάζει ατέλειωτος, ανέξοδος χαμός
για όλα αυτά που από τα μάτια μας περάσανε
και στις καρδιές μας σφηνωθήκανε βαθιά…

Το ποίημα αυτό είναι απόσπασμα από post του Μορφέα. Μου άρεσε πολύ. Ταίριαζε και με το περπατημένο μπλογκ μου κι είπα να το δημοσιεύσω.

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

Για την Τίνα


Περπατάς στη διάρκεια της μέρας,
κι ολοένα βαραίνει ο ίσκιος σου.
Γκρίζες ώρες κυλούν απαθέστατα
κι η άνοιξη μέσα σου πικραίνεται.

Οι λυγμοί σου,
ένα ποτάμι κουρασμένο,
που πλανιέται τη νύχτα αργά
και πίνει τον ύπνο σου
κι έπειτα λησμονιέται βουλιάζοντας στο κενό.

Στην πολυθόρυβη σιωπή της θλίψης λιώνεις…
Ακίνητη στη ρευστότητά σου…
Παρούσα στην απουσία σου…
«Τελικά είχες δίκιο...
Δεν υπάρχουν καλοί άνθρωποι» λες.
Ξέχασες όμως
τους καλούς
που απ’ τη ζωή σου πέρασαν.

Ο τροχός παίρνει την άλλη του στροφή
και τα ζεματιστά σου δάκρυά,
που κοιμούνται σε μια σελίδα άσπρο φως,
γίνονται φτερά
κι ύστερα μεγαλώνουν σαν άγγελοι.

Ο ήλιος του μεσημεριού σε λούζει
κι ιχνηλατεί ψηλαφιστά το πρόσωπό σου.
Είναι γαλήνη μυστική
και σε καλεί
φτερώνοντας αισθήματα κρυμμένα.

Γύρισε το κλειδί στην πόρτα.
Άνοιξε
και περιπλανήσου…

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

Επμιστευτικά

Του είπαν εμπιστευτικά
κι αυτός το πίστεψε:
Θα πεις αράδα δέκα μπούρδες,
μα θα τις πεις αργά,
πολύ αργά,
μέχρι που να σκάζεις θέληση,
μέχρι να λιώνεις κόκαλα.
Κι εμείς,
ένοια σου και μη φοβάσαι.
Έχουμε τον τρόπο,
έχουμε τα χρώματα,
τα λουλούδια και τ' αρώματα
να τις στολίσουμε ποικιλοτρόπως...
Κι ένοια σου, λέμε,
θα τις ακούσουν,
θα τις καταπιούν
κι όσο να πεις, αμήν,
θα μπουν σε σχολικά βιβλία,
πόστερ θα γίνουν,
δημοφιλή τραγούδια,
ταινίες θέατρα
και στις εφημερίδες πρωτοσέλιδα.
Φτάνει ν' αφειερώσεις την ψυχή σου κάπου.
Μη ρωτά σε ποιον,
σε τι...
Όχι...
Τότε άντε. Καληνύχτα.

Επιμένει

Αυτό το δέντρο επιμένει.
Το κόψαμε, το ξεριζώσαμε
κι αυτό επιμένει.


Αυτό το όνειρο επιμένει.
Το χυδαϊσαμε, το ψευτίσαμε
κι αυτό επιμένει.


Αυτή η αλήθεια επιμέμει.
Τη σκευρώσαμε, τη νερουλιάσαμε
κι αυτή επιμένει.


Αυτή η πίστη επιμένει.
Την τρομάξαμε, την προδόσαμε
κι αυτή επιμένει.


Αυτό το ποτήρι επιμένει.
Το αδειάσαμε, το στραγγίξαμε
κι αυτό επιμένει.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2007

Αφού δεν... Γιατί;

Αφού δεν είδε ποτέ του δέντρα.
Αφού δεν είδε ποτέ του λουλούδια.
Αφού δε είδε ποτέ του πεταλούδες.
Γιατί τον βασανίζετε με περιγραφές;

Αφού δεν αγάπησε ποτέ του τα πουλιά.
Αφού δεν αγάπησε ποτέ του τα ζώα.
Αφού δεν αγάπησε ποτέ τους ανθρώπους.
Γιατί τον βασανίζετε με συναισθήματα;

Αφού δεν πίστεψε ποτέ στην αλήθεια.
Αφού δεν πίστεψε ποτέ στην ιδέα.
Αφού δεν πίστεψε ποτέ στη θυσία.
Γιατί τον βασανίζετε με ιδεολογίες;

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007

Μισοάδειο


Και σωπαίνεις σωπαίνεις
όταν οι άνεμοι σε δέρνουν ολούθε
όταν τ' αγρίμια σου ξεσκίζουν τη σάρκα
και πεθαίνεις. παθαίνεις
Κάθε μέρα, κάθε νύχτα, λίγο λίγο,
μ' ακυβέρνητη στο πέλαγος μια βάρκα.

Και σωπαίνεις. σωπαίνεις
Κι όμως θέλεις να φωνάξεις και να πεις ό,τι σε πνίγει
μεσ' τη νύχτα που 'ναι η καλύτερή σου φίλη
και γλυκαίνεις γλυκαίνεις
το χολερό ποτήρι της ζωής, που γεμίζει με το δάκρυ.
περπατάς νομίζοντας στου δρόμου πως θα φτάσεις την άκρη.

Και σωπαίνεις σωπαίνεις
κι όμως πιότερα σου λέει το τραγούδι της σιωπής
που ακούς μεθυστικά μέσα στη νύχτα
κι ανεβαίνεις αναιβαίνεις
κουρασμένος, τον ανήφορο μιας άχαρης ζωής
που σε κέρασε αλλόγιστα την πίκρα.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Υπό την επίδραση του Γιάννη Περπατητή


Παραληρώ βαδίζοντας.
Παραμιλώ τρεκλίζοντας.
Παραπατώ σφυρίζοντας,
και παρασκουντουφλίζοντας.*


Παραντουρώ* γλιστρίζοντας
και παραπαίω τρίζοντας,
παρακουντρουβαλίζοντας
παρασκοντοβολολίζοντας,*
και παραστραβελίζοντας. *


Παραλύω λυγίζοντας,
παράχουν γονατίζοντας,
παράνους χαμερπίζοντας,
παραπονιέμαι βρίζοντας,
παράμερα γκαρίζοντας.

Παραμακρύς ορίζοντας
παρατηρεί σιωπίζωντας.

__________________________________
*σκοντοβολώ:
(χιώτικα) βαδίζω σε ανώμαλο και κακό δρόμο, περιπλαινιέμαι, ταλαιπωρούμαι περιφερόμενος εδώ κι εκεί. Ο Πασπάτης γράφει: «Σκουντοβολώ, διέρχομαι δρόμους ορεινούς, ή περπατώ εν ώρα σκότους…» (το «παράσκουντοβολώ» είναι δικιά μου λέξη, σημαίνει σκουντοβολώ υπερβολικά)
*σκουντουφλώ: (χιώτικα) σκοντάφτω (κοντός+τυφλός) ή (σκότος+τυφλός)
*στραβέλης: (χιώτικα) στραβός, απρόσεκτος

*παραντουρώ: (χιώτικα) παραπατώ

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

Οικτιρμός



Κι όταν πια τα λογικά,
για τα καλά έχεις χάσει,
αυτό που σου μένει,
είν' η έκφραση
μιας αλλόκοτης
σιχαμερής κατάθλιψης.

Οι δημιουργίες σου,
ασυνάρτητες λέξεις,
που επιπλέουν
σ' αρρωστημένους στίχους.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Σκοτεινές περιπτύξεις


Η ώρα του όρθρου
τους βρήκε ν’ ανεβαίνουν κρυφά
στου κάστρου την πιο ψηλή γαλαρία.
Εκεί στην απόλυτη νηνεμία,
με το μεσαιωνικό άρωμα,
ήταν ο κατάλληλος τόπος.


Το πρώτο φιλί
κρυμμένο στις λευκές κουρτίνες της αθωότητας.
Το δεύτερο,
θαρραλέα μεθυστική γλύκα.
Το τρίτο,
φλογισμένο,
έπνιγε την ανάσα του στην υγρή θερμότητα.

Κι εκείνος,
το ύφασμα του φουστανιού της ψηλαφούσε
κι αργά τ’ ανέβαζε, με σεβασμό,
για να φανεί το ερωτικό
το χνούδι του τριγώνου.

Και τα δυο σώματα
έγιναν ένα
μέσα στην αίσθηση
της πρωτόγνωρης
κι αγνής αυτής ευχαρίστησης
των ηδονικών περιπτύξεων.

Ο μόνος παρατηρητής το φεγγάρι,
που είχε κιτρινίσει απ’ τη ζήλια του,
γιατί τόσους αιώνες κάνει κόρτε με τη γη
κι ακόμα δεν κατάφερε να την προσελκύσει.


8-9-07
Alex the Walker

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2007

Τίποτις

Όταν γράφει κανείς ένα ποίημα
θυμάται και την ημερομηνία και τον τόπο δημιουργίας του.
Αυτός τίποτα,
αφού όλη του η ζωή ήταν μια ποίηση....

Όταν κάνει κανείς μια καλή πράξη,
θυμάται και το χρόνο και τον τόπο.
Αυτή τίποτα,
αφού όλη της ζωής της ήταν μια καλοσύνη.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

Διαδώστε το

Την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου στις 12 το μεσημέρι για τρία λεπτά να προκαλέσουμε μαζική α-κινητοποίηση, στην μνήμη των νεκρών και των χαμένων, στην ελπίδα μιας διαρκούς και μόνιμης διαμαρτυρίας για προστασία και αναγέννηση.

Την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου στις 12 το μεσημέρι για τρία λεπτά να προκαλέσουμε μαζική α-κινητοποίηση, οχημάτων, εργασιών, σκέψεων, θορύβων όρθιοι και σιωπηλοί όπου βρεθούμε να αφουγκραστούμε τους ήχους της γης.

Την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου στις 12 το μεσημέρι για τρία λεπτά να προκαλέσουμε μαζική α-κινητοποίηση, όλου του συστήματος, οικονομικού, πολιτικού, εργασιακού, επικοινωνιακού να δείξουμε ότι δεν είμαστε πολλοί, είμαστε όλοι, που πενθούμε, ελπίζουμε και συμπαραστεκόμαστε ενεργά.

Την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου στις 12 το μεσημέρι για τρία λεπτά να προκαλέσουμε μαζική α-κινητοποίηση, να παγκοσμιοποιήσουμε το δικό μας μήνυμα σε όλο το πλανήτη στέλνοντας το μήνυμα για συμμετοχή την ίδια ώρα Ελλάδας σε όλο τον κόσμο σε όλες τις γλώσσες.

Μήνυμα για SMS και emailΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΙΣ 12 ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΓΙΑ ΤΡΙΑ ΛΕΠΤΑ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΟΥΜΕ ΜΑΖΙΚΗ Α-ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ. ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΝΑ ΑΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΟΙ, ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΟΡΘΙΟΙ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗΛΟΙ, ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ, ΣΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ, ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ. ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ.

Διαδώστε την προσπάθεια με sms και email στην Ελλάδα και το εξωτερικό, σε απλούς πολίτες , Μ.Μ.Ε., Οργανώσεις.Όποιος μπορεί ας το μεταφράσει .Να γίνει μήνυμα σε όλες τις γλώσσες του κόσμου μιας κοινής αφετηρίας, μιας κοινής προσπάθειας, μιας κοινής νέας αρχής.Περισσότερα και συντονισμός δράσης στο http://manosnik.blogspot.com/
ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2007

Από τα τέτοια

Κάποιον επί ποινή θανάτου,
τον ανάγκασαν να πουλά από τα τέτοια,
που είτε τα φουχτιάσεις,
είτε τα μυρίσεις,
είτε τα κοιτάξεις,
πάντα ζημιωμένος είσαι.
Κι αυτός για χάρη της ζωής του
πιάστηκε με το έργο θαρραλέα.

Θεέ μου, γιατί τον έκανες τραγουδιστή,
συνθέτη, ζωγράφο σκηνοθέτη;
Θεέ μου, γιατί αφελείς να ‘μαστε τόσο,
μισότρελοι, τυφλοί και χαυνωμένοι;

Ούτε ένας δεν απόμεινε σωστός,
με κάποια πρόφαση,
που να μην αγοράζει πια …σκατά,

από ζωγράφους, ποιητές, τραγουδιστές,
με την απάτη και την ψήφο των προβάτων,
γιατί σα μόδα από τον τάδε γλοιώδη,
λιγδερό κι ονομασμένο,
μπήκανε στην κουζίνα,
πάνω στα κρεβάτια,
στη σάλα στο πετσί και στην ψυχή μας.

Κόκκινη κλωστή


Μια φορά κι ένα καιρό,
ήμουν εγώ με κάποιο πεύκο.
Μια φορά κι ένα καιρό,
τώρα είμ’ εγώ, μονάχα εγώ.
Μια φορά κι έναν καιρό,
δε θα ‘μαι πια ούτε κι εγώ...

Ένας παράδεισος μπορεί να γίνει κόλαση
μέσα σε λίγες ώρες.
Όλα αρχίζουν μ’ ένα ‘τσακ’
και ξεπετάγεται το κόκκινο τερατάκι
γεμάτο βουλιμία.
Ξεκινάει να κατατρώγει ό,τι βρει.
Κι όσο τρώει,
τόσο μεγαλώνει
και τόσο θέλει να φάει περισσότερα.
Και χορεύει αλλόκοτους οριεντάλ χορούς
σ’ ένα παραλήρημα ξεφρενιασμένης μέθης.

Τώρα έχει γίνει ένας παντοδύναμος Τιτάνας
που καταστρέφει ανηλεώς
στο διάβα του τα πάντα.
Κι όταν η μανία του έχει πια ξεδώσει,
μια δύνη κατασταλτική αργά τον ημερεύει
και άπνους πλέον χάνεται στην κάπνα του αγέρα.

Πίσω του, η γη που κατέστρεψε.
Μαυροντυμένη χαμερπής, έρμη, κουρελιασμένη.
στον Άδη χθόνια κείτεται γυμνή, μουτζουρωμένη.
Κι αυτή τη νεκρική σιγή, ο άνεμος τυλίγει
και μεσ' απ' τα ξερά κλαδιά τη νηνεμίια πνίγει.
Βουίζοντας λυπητερά, ρέκβιεμ τραγουδάει.
Του δάσους ένα ξωτικό σκύβει και προσκυνάει.

Έρωτας



Τι ‘ναι, λοιπόν, ο έρωτας,
που το μυαλό πλανεύει
και που με το συναίσθημα
αλόγιστα χορεύει;

Ένα παιχνίδι, μια ματιά,
ένα φιλί, ένα χάδι.
Μία πανσέληνος ζεστή
σε παγωμένο βράδυ.

Ένας αέρας δυνατός,
που φύλλα αποδεσμεύει,
κι ελεύθερα χορεύουνε
καθώς τα ταξιδεύει.

Μία κορυφή απάτητη,
που ξημερώνει μόνη
κι ένα σκαρί αυτοσχέδιο,
τρελό χωρίς τιμόνι.

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2007

Διαμαρτυρία

ΑΦΗΣΑΤΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΑΧΤΗ. ΓΙΑΤΙ;
ΟΛΟΙ ΣΕ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ.
Τετάρτη 29 Αυγούστου, στις 7 το απόγευμα. Στην πλατεία Συντάγματος και σε κάθε κεντρική πλατεία κάθε πόλης σε ολόκληρη τη χώρα. Φορώντας μαύρα.
Αποδοκιμάζουμε το αίσχος χωρίς πολύχρωμες σημαίες. Πενθούμε για την απώλεια των συνανθρώπων μας χωρίς να συνδέουμε την πρωτοφανή καταστροφή με προεκλογικές σκοπιμότητες. Δίνουμε το παρόν και στεκόμαστε απειλητικά απέναντι σε οποιονδήποτε επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την τραγωδία για οποιοδήποτε όφελος.
ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ ΞΕΧΕΙΛΙΣΕ.
(
για περισσότερα)


Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2007

Χαϊκού ΙΙ

Η γλώσσα σου γαρ
όντας ανόστεη μεν,
οστέα θράβει.
.
Αφιερωμένο στο φίλο Παναγιώτη

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2007

Εγερτήριο

Δες τα.
Είναι κι αυτά περπατητές.
Ο δόμος που τραβάνε
ξεκινά απ’ το πουθενά
και κλείνει στο πουθενά
περνώντας μέσα από μια κόλαση
φτιαγμένη με αόριστη
την έννοια της ζωής
και γαρνιρισμένη
με μπόλικη εξαθλίωση.

Ένας δρόμος γεμάτος αγκάθια.
Κάθε βήμα κι ένα αγκάθι στην πατούσα τους.
Η ακινησία του τους θανατώνει.
Η κίνησή του τους αιμορραγεί.

Ένας δρόμος, μια σκουρόχρωμη μουτζούρα
αχνά ζωγραφισμένη στην καπνιά.

Στα μάτια τους διαβάζεις την απόγνωση.
Δεν έχουν πια τη δύναμη να μιλήσουν,
κι όμως το καταλαβαίνεις
πως σου ζητούν βοήθεια.
Αυτά τους τα μάτια όμως δεν αρκούν
για να σε πείσουν.
Ακόμα κι αν ξέρεις
ότι σε λίγο στη θέση τους
δε θα υπάρχουν παρά δυο μαύρες τρύπες.

Αυτός ο τόπος είν’ ολάκερος ένας τάφος.
Ένα πτώμα
Και γύρω του χιλιάδες άλλα
ετοιμάζονται κάθε μέρα.
Μα ούτε κι αυτό
φτάνει για να σ’ ευαισθητοποιήσει.
Στο βρώμικο αέρα μυρίζεις σαπίλα και πτωμαΐνη.
Τα έντομα μιλιούνια
να γλύφουν τα σπαρμένα κόκκαλα.
Κι ακούς το χάρο ν’ ακονίζει
το δρεπάνι του με του γύπα τη μορφή.
Χρυσές δουλειές κάνει…

Κι όμως,
πολλοί σαν κι εσένα
κοιμούνται ήσυχα
στη βολική τους χαύνωση,
γιατί το μαξιλάρι τους
είναι παραγεμισμένο
με μπόλικα πούπουλα
οχαδελφισμού κι αναισθησίας.

Άντε, ξύπνα πια!
Ξημέρωσε!
Τώρα μάζεψε, αν μπορείς,
από το πάτωμα
του σκοτεινού σου δωματίου
τις στιγμές που ξεφλούδαγες
όλη εκείνη την ανιαρή νύχτα.
Το μόνο που κατάφερες,
ήταν να αναβάλεις
γι άλλη μια μέρα τη βάφτισή σου
στην κολυμπήθρα του χρέους.

Όταν ανοίξεις το παράθυρο,
θα δεις πως ακμαίος ο ήλιος,
διαγράφει και σήμερα
την ίδια τροχιά
κι ίσως ποτέ να μην πεθάνει.
Όμως των παιδιών τα κοιμητήρια
είναι πιο γεμάτα από χτες.
Κι εσύ είσαι τώρα
μια μέρα πιο κοντά στο θάνατο.

Σήμερα η ελπίδα
ξεμουδιάζει τα φτερά της
στις χούφτες σου
προσμένοντας από ‘σένα
μια μεγάλη απόφαση…

Μη μένεις στα λόγια μοναχά.
Κάνε τα λόγια πράξεις.


Σ' ευχαριστώ για το έναυσμα Ωραία Ελένη

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2007

Έγινε κι αυτό

Άνθρωποι που φοβούνται τον θάνατο,
χειροτονήθηκαν ιερείς.
Έγινε κι αυτό.

Άνθρωποι που τρομάζουν την αρρώστια,
ορκιστήκανε γιατροί.
Έγινε κι αυτό.

Άνθρωποι που εκχυδαΐζουν τη ζωή μας,
φιγουράρουνε ως δικαστές.
Έγινε κι αυτό.

Άνθρωποι που λατρεύουν τον πλούτο,
ονομάστηκαν φιλάνθρωποι.
Έγινε κι αυτό.


Άνθρωποι σαν κι εμένα,
έγραψαν ποιήματα.
Έγινε κι αυτό.

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2007

Χαϊκού Ι

Κατακείμενος
χερσί παραδίδωμαι
ρακοσυλλέκτου.

Οι σκέψεις του Walker


Σαν μανιασμένη θάλασσα
οι σκέψεις του οδοιπόρου.
Σαν αφρισμένα κύματα.
Εχθροί θαλασσοπόρου.

Σκέψεις λιοντάρια άγρια,
που δυνατά μουγκρίζουν
και που τη μεγαλόπρεπη
χαίτη τους ανεμίζουν.

Είν’ άλογα κατάλευκα
(που) τρέχουν αφηνιασμένα
μέσα στον κάμπο τον ξανθό,
που στάχυα ειν’ σπαρμένα.

Και μελωδίες σκοτεινές,
βγαλμένες από κιθάρα,
κάποιου θλιμμένου ραψωδού,
που έκλινε την κάρα.

Εξομολόγηση


Πριν λίγο καιρό,
ο Θεός με λυπήθηκε
και μου ‘στειλε
δυο αγγέλους·
σε μένα τον ανάξιο…

Χθες βράδυ,
έκανα ένα λάθος,
που ποτέ
δε θα το συχωρέσω
στον εαυτό μου.
Βέβαια, έμαθα απ’ αυτό.
Όταν νομίζεις ότι θα χάσεις κάτι
ή όταν το έχεις χάσει ήδη,
το εκτιμάς περισσότερο.
Όμως τότε πια είναι πολύ αργά…

Χθες βράδυ έκανα μια βλακεία.
Μόνο μια;
Δεν ξέρω πια τι να κάνω.
Να μην κάνεις τίποτα.
Να πέσεις σ’ ένα πηγάδι
μαζί με όλους τους απανταχού βλάκες
και να μείνεις εκεί.
Μέχρι να περάσει κάποιος
και να πετάξει μια βόμβα
να σας ανατινάξει όλους μαζί.
Να μην ξαναβλάψετε κι άλλους
με τη βλακεία σας.

Χθες βράδυ…
και τώρα λιώνω
στα σκαλοπάτια
σαν κερί
που άναψαν οι Ερινύες.
Τα δάκρυά μου
στολίζουν το χαρτί
και με το μπλε μελάνι
γίνονται ένα.
Μια θάλασσα…
Στη γαλανή γαλήνη της
γλιστράει μια γαλέρα
τα λάθη κουβαλώντας.

Όσες «πράσινες» και να πιω,
δεν πρόκειται να ξεχάσω.
Στο σφίξιμο του μπουκαλιού
πνίγονται οι λυγμοί μου.
Δε μπορώ να ξεχάσω
τα λάθη
τις βλακείες…
Γιακ!
Δεν είσαι καλλιτέχνης!
Μη μ’ αγγίζεις!
Το ξέρω.
Δε σ’ αγγίζω.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα
ποιος είμαι.
Τι είμαι επιτέλους!
Σήμερα μάλλον έμαθα.
Είμαι ένας μεγάλος,
ένας σπουδαίος,
ένας πολύ πολύ μεγάλος
μαλάκας.

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2007

Πέφτω!



Πέταγα αμέριμνος
στα σύννεφα
με τα φτερά που εσύ μου χάρισες
κι ήμουν χαρούμενος,
μέχρι που μου τά 'κοψες.
Ήθελες να μάθω μονος μου να πετώ.
Βαρέθηκες εξάλλου να με νταντεύεις...


Βρίσκομαι στα σύννεφα

χωρίς φτερά...

Πέφτω!

Πέφτω!

Χωρίς βοήθεια...

Πίπτομαι!

Πίπτομαι!

Τι θα κάνω τώρα;

Δεν ξέρω να πετώ!

Δε μου έμαθες...

Πέφτω!

Πέφτω!

Βοήθεια!

Βοήθεια!

Είμαι μόνος!

Εδω κάτω!

Κάτω!

Πιο κάτω!

Με βλέπεις

και δε με βοηθάς.

Πέφτω!

Πέφτω!

Πίπτομαι!

Είναι αργά πια!

Είσαι μακρυά!

Είμαι σχεδόν έτοιμος να...

Είμαι σχεδον...


Πέφτω!

Πέφτω!

Πίπτομαι!

Μπαμ!

Ησυχία...


Τώρα ίκανοποιήθηκες;

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2007

Παπούτσια

Ανάπηρος ...
Χωρίς τα πόδια του
είπε και τον πήγαν
σε μια μεγάλη βιτρίνα
με παπούτσια.
Αγόρασε με ευκολία
τ' ακριβότερα.


Τα φόραγε
όταν γύριζε
στο παρελλθόν του...

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2007

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2007

Δον Κιχώτης


Χρόνια ατελείωτα
καβάλα στ’ άλογό μου
την Ντουλτσινέ(τ)α μου γυρεύω.
Όμως, τη μορφή της
δε μπορώ στη μνήμη μου να φέρω,
γιατί από του μυαλού τις αποθήκες ξέφυγε
και σαν καπνός στον αγέρα απλώθηκε
και χάθηκε…
Ακόμα κι η θύμηση της φωνής της
το ‘σκασε ένα βράδυ
ξεγελώντας με δόλο
τη μνήμη μου.
Μερικές φορές
νομίζω πως δεν τη γνώρισα ποτέ.
Μπερδεύομαι, τρελαίνομαι…
«Όλα είναι μέσα μου
κι εγώ είμαι εντός τους!»

Χρόνια κίτρινα*
καβάλα στ’ άλογό μου
ανεμόμυλους με μανία πολεμάω.
Γίνομαι θύμα χλευασμών
και κακουχίες υπομένω.
Για εκείνη….
Κι όμως, τρελός δεν είμαι.
Δεν ειν’ η τρέλα
που με σπρώχνει σε τέτοιες γελοιότητες.
Είναι κάτι δυνατότερο·
Κάτι ανώτερο·
Ο έρωτας,
που με τα τρελοβέλη του
γλυκά με αρρωσταίνει
κι όσο περνάει ο καιρός,
το νου μου αποτρελαίνει.

Χρόνια αισιοδοξίας
καβάλα στ’ άλογό μου,
το ατέλειωτο ταξίδι συνεχίζω.
Δε σταματάω να ελπίζω.
Δε σταματώ να ονειρεύομαι
Εκείνη…
Ακόμα κι αν τρελό μ’ αποκαλέσουν
και νεφελοβάτη,
εγώ άμεμπτος θα πολεμήσω
και την Ντουλτσινέ(τ)α μου
στην αγκαλιά μου θα την κλείσω…
Αφιερωμένο στην Ντουλτσινέτα μου
____________________________________________
*χρόνια κίτρινα: το κίτρινο, είναι το χρώμα των τρελών. Λέγοντας λοιπόν "κίτρινα χρόνια" εννοώ το χρονικό διάστημα που ο Δον Κιχώτης είχε χάσει τη λογική του.

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2007

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2007

Το ποίημα


Με γράμματα ομοιόμορφα,
γράμματα σμιλεμένα,
γράμματα ταξιδιάρικα
και ονειροπαρμένα,
σερνότανε το ποίημα
το κατακαημένο,
κι απ’ του αγέρα τη δύναμη
ήταν παραδαρμένο.

Φύλλο τετραδίου σχολικού,
ολίγον κιτρινισμένο,
με μπλε μελάνη μαγική
και δάκρυα ποτισμένο.


Κατρακυλούσε άχρηστο
στην Απλοταριά* στη Χίο
σε πλήθος αστοιχείωτους,
ποιήσεως στοιχείο.


Μερικοί ρίξανε μια ματιά
περιφρόνηση γεμάτη,
σαν να ‘τανε ζητιάνος,
που χέρι απλώνει παρακλητικά
ζητώντας ικετευτικά
ενός ψωμιού κομμάτι…

Και δυο τρεις άλλοι βέβηλοι
το κλώτσησαν στην πάντα.
Το εμπόδιο να ξεφορτωθούν
μια και καλή για πάντα.


Και ω! του θαύματος, μα ναι!
Τύχη Τζακποτ και Τζόκερ!
Το ποίημά μου πρόσεξε
ένας σοφός walker!


Το σήκωσε μ’ ευλάβεια,
το διάβασε σε βάθος
και ένιωσε του ποιητή
το φλογερό του πάθος.

(που
χτίζει σε στίχο σιωπηλό
τα συναισθήματά του
μα είν’ άτεχνα κι απορρίψιμα
τα στιχουργήματά του.)

Το έβαλε στην τσέπη του
το ποίημα, το «γλυκό» μου.
Θα μπορούσε να ‘ναι, σκέφτηκε
και ποίημα δικό μου…


*Η Απλοταριά είναι ένα πράμα σαν την Ερμού, αλλά σε "μινιατούρα"...

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2007

Οδοιπορικό

Εδώ στη Χίο στις 22 του Ιούλη γιορτάζουμε την αγία Μαρκέλλα. Την παραμονή της γιορτής πλήθος κόσμου πηγαίνει στο μοναστήρι περπατώντας από την πόλη. Η απόσταση είναι 40 χλμ. περίπου. Ένας φίλος μου πρότεινε να πάμε "περπατητί" μέχρι εκεί. Εγώ βέβαια δεν μπορούσα να αρνηθώ μια τόσο δελεαστική πρόταση σαν γνήσιος walker που είμαι και εφόσον η παρέα ήταν μεγάλη δέχτηκα.
Το παρακάτω ποίημα το εμπνεύστηκα στη διαδρομή. Βοήθησε λίγο κι η paranoia!

Περπατούσαμε…
κάτω από τον μοβ ουρανό,
όταν ο ήλιος μας παρατούσε
σιγά-σιγά
στο έλεος του σκοταδιού.

Περπατούσαμε…
ενώ ο πελώριος δρόμος
μπροστά μας απλωνόταν.
Κι έπρεπε να μείνουμε μαζί,
Χωρίς ν’ αφήσουμε κανένα πίσω.
Κι ένας γκρινιάρης να λέει:
«Παιδιά, μην αποσχιζόμαστε!»

Περπατούσαμε…
και τα συναισθήματα μας
κόκκοι άμμου «Μαγεμένων».
σκέψεις, στα βήματα μπερδεμένες
όπως τ’ αλάτι στο θαλασσόνερο.
Εγκαρτέρηση του παραδείσιου κόσμου.
Προσπάθεια απεγνωσμένη
να κρατηθούμε έξω απ’ το βούρκο της κούρασης.
Κραταιά θέληση για ένωση.

Θα μπορούσε να ‘ναι
μια σύγχρονη Οδύσσεια.
Οδυσσέες Εμείς
Σκύλλα η κούραση
Χάρυβδη τα καβγαδάκια μας
Ιθάκη ο παράδεισος*


Αφιερωμένο στον συνοδοιπόρο Παναγιώτη

____________________________________________________________________
*λέγοντας «παράδεισος» εννοώ τα «Μαγεμένα», μια μαγεμένη παραλία που μας μάγεψε και δε θα την ξεχάσουμε ποτέ…

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2007

Σ' εκείνους που τολμούν

Το παρακάτω ποίημα ήθελα να το γράψω στα σχόλια ενός post του (παρατημένου) μπλογκ της Ιωάννας. Όμως για κακή μου τύχη, κάτι έχει γίνει με τις ρυθμίσεις των σχολίων και δε μπορώ να δημοσιεύσω τίποτις. Γι' αυτό κι εγώ το γράφω στο δικό μου μπλογκάκι!

Στην εσωτερική ηρεμία των στιγμών πριν το όνειρο,
πριν περάσω από μια διάσταση σε κάποια άλλη,
προτού αρχίσει το γλυκό ταξίδι στους ονειρότοπους,
μια δύναμη μαγική διέτρεξε το μυαλό μου:

Σκέφτηκα εκείνους που παλεύουν.
Τους υπηρέτες του ανθρώπου.
Τους Κολόμβους του σήμερα, τους νέους Γαλιλαίους.
Αμφισβητητές του σήμερα, αναθεωρητές του χτές.
Πρωτοπόροι του αύριο, νέοι Προμηθείς
τη φωτιά-φως που μας ζητούν να πάρουμε.
Αυτούς που κάθε απλή μέρα τους είναι μια Δημιουργία.
Αυτούς που μια ζωή παρέμειναν ταπεινοί.
Αυτούς που θυσιάζουν τη βεβαιότητα για την αβαιβεότητα.
Εκείνους που τολμούν.
..

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2007

Στεγνό








.

Δείχνουν όλα από καιρό τελειωμένα
Κι ας είναι χθεσινά...

Φωνές που έρχονται από θρυψαλιασμένες αναμνήσεις.
Σ' ένα θέατρο σκοτεινό μπλεγμένες
οι φωνές μας,
που διασταυρώνονται...

Σε μια παράσταση τυφλή,
μονόλογους
-στην έπαρση βουτηγμένους,
με στόμφο αραδιάζω.

Στρέφω τα μάτια μου
στο παγωμένο σκοτάδι του κοινού
και μέσα του ψάχνω
τα Μάτια τα δικά σου.

Το ξέρω
πως όλα σ' ένα κύκλο καταλήγουν.
Τα λόγια μου κυνηγούν απαντήσεις.
Τα λόγια τα δικά σου
τη λήθη κυνηγούν.

Το ξέρω
πως εκείνο που μένει είναι η σιωπή.
Μια άδεια, μια κενή
και παν' απ' όλα σιωπηλή σιωπή...

Δείχνουν όλα από καιρό τελειωμένα
κι ας είναι χθεσινά...


Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2007

Για πολύ έξυπνους!!!

Ο ΓΡΙΦΟΣ ΤΟΥ ΑΙΝΣΤΑΙΝ
.
Υπάρχουν πέντε σπίτια πέντε διαφορετικών χρωμάτων.Σε κάθε σπίτι ζει ένας άνθρωπος διαφορετικής εθνικότητας.Οι πέντε ιδιοκτήτες πίνουν ένα συγκεκριμένο είδος ποτού.Καπνίζουν μία συγκεκριμένη μάρκα τσιγάρων και έχουν ένα συγκεκριμένο κατοικίδιο.'Ολοι έχουν μεταξύ τους διαφορετικά κατοικίδια,διαφορετικές μάρκες τσιγάρων και διαφορετικά είδη ποτών.Η ερώτηση είναι:

Ποιος έχει το ψάρι;

ΣΤΟΙΧΕΙΑ:

1. Ο Αγγλος μένει στο κόκκινο σπίτι.
2. Ο Σουηδός έχει σκύλο.
3. Ο Δανός πίνει τσάι.
4. Το πράσινο σπίτι είναι αριστερά από το άσπρο σπίτι.
5. Ο ιδιοκτήτης του πράσινου σπιτιού πίνει καφέ.
6. Αυτός που καπνίζει Pall mall εκτρέφει πουλιά.
7. O ιδιοκτήτης του κίτρινου σπιτιού καπνίζει Dunhill.
8. Αυτός που μένει στο μεσαίο σπίτι πίνει γάλα.
9. Ο Νορβηγός μένει στο πρώτο σπίτι.
10. Αυτός που καπνίζει Blends μένει δίπλα σ' αυτόν που έχει γάτες.
11. Αυτός που έχει το άλογο μένει δίπλα σ' αυτόν που καπνίζει Dunhill.
12. Ο ιδιοκτήτης που καπνίζει BluemaSters πίνει μπύρα.
13. Ο Γερμανός καπνίζει Prince.
14. Ο Νορβηγός μένει δίπλα στο μπλε σπίτι.
15. Αυτός που καπνίζει Blends έχει ένα γείτονα που πίνει νερό.

Ο Αϊνστάιν έγραψε αυτό το γρίφο στον 20ό αιώνα. Υποστήριξε ότι το 98% των ανθρώπων δε μπορούν να τον λύσουν.

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2007

Four seasons

.

About Life

.

Τι είν’ η ζωή;
Ένα παιχνίδι.

Σήμερα είσαι, αύριο όχι.
Σαν ένα ψάρι σε μιαν απόχη.
Έχεις νερό και ξεδιψάς.
Σου λείπ’ η αγάπη και σπαρταράς.

Ζητάς το τέλειο,
και δεν το φτάνεις.
Έχεις καλό.
Ξάφνου το χάνεις.

Τι είν’ η ζωή;
Ένα φιλί, μια λύση,
Μια ζωντανή Ανατολή,
Μια μολυβένια Δύση.

Ένα σκοτάδι βάρβαρο,
Ένα χλωμό αστέρι,
Ένα κομμάτι μάρμαρο,
Ένα λιγνό αγιοκέρι…
Προχώρα, Περπάτα, δες, βγες.
Σταμάτα ν’ αρνιέσαι, σταμάτα να θες.
Προχώρα, Περπάτα, ΝΑΙ πες.
Αφήσου στο αύριο, μάθε απ’ το χθες.

Στάσου στον ήλιο, δες το φεγγάρι, μέτρα τ’ αστέρια.
Προχώρα, βγες, πέτα, πες ΝΑΙ.
Δεν είσαι το κέντρο του κόσμου,
Το κέντρο δεν είσαι της γης.
Μη! Είναι κρίμα, μέσα σου θα πνιγείς!

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2007

Φρέσκο

Μια ακόμη προσπάθεια να γράψω σε ελεύθερο στίχο

Την αισιοδοξία,
που κάποτε,
μου χτύπησε την πόρτα,
την αισιοδοξία,
που άλλοτε

με μάθαινε να μην τα παρατάω,
την είδα χθες περίλυπη,
σε μαύρα να ξεσπάει κλάματα.

Παράξενο ε;
Κι όμως,
πέρα ως πέρα αληθινό!

Τραβούσε μακριά αυτή η στιγμή.
Μουσική μαύρη,
κι ο Θεός σιωπηλός,
να κοιτάζει τα νώτα της.

Μάτια Μάτια, που κολυμπούσατε,
στην τρικυμία.
Δόντια, που έτριζαν…

Η Τίνα,
στ’ αυτί κάτι της ψέλλισε,
ενώ γελώντας εγώ,
καθετί το σοβαρό
γελοιοποίησα.
Ο βλάκας… Ο ηλίθιος…
Στροφές αργώ να πάρω.

Εκείνη,

που απειρόκαλα ρητόρευε,
τώρα σπουδάζει τον ψίθυρο.
Όμως πώς γίνεται,
αυτή που μου έλεγε,
ποτέ να μη γονατίζω,
εκείνη τώρα να λυγίζει;
Πώς είναι δυνατόν,
αισιοδοξία μου,
σε τόση να βρίσκεσαι απαισιοδοξία;

Σε τόση απόγνωση
και τόση απελπισία;
Η ζωή πώς θνήσκεις;
Πώς εν τάφω οικείς;

Όσα θέλησα να μάθω,
δε θα τα μάθω ποτέ.
Ό, τι κρατούσα,
χαμένο νωρίς…

Τελειώνει το ποίημα.
Γράφω ό,τι μου κατέβει.
Γράφω ό,τι νιώθω.
Γράφω βλακείες.
Μα είναι αφθόρμητες.
Τελειώνει το ποίημα.
Είμαι στα ίδια.
Θα ‘θελα, όμως,
πιότερα να γράψω,
μα μου είναι ολότελα δύσκολο.
Δε λέγονται με λόγια…

Ένα λιμάνι.
Ένας κόκκινος φάρος
τα δάκρυα για να φωτίζει.

Ήμασταν τρεις.
Τρεις έφυγαν.
Ένας απ’ τον καθένα…


Αισιοδοξία μου,
θυμήσου:


Με το ταξίδι δεν ξεμακραίνεις.
Με τις λέξεις στον ίδιο καπνό.
Σαν ετούτης της πόλης
πουθενά να μην είναι
το Τέλος.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2007

Ο παπα-Γιάννης, ο μαστρο-Μήτσος και το πρόβατο

Το παρακάτω ποίημα είναι εντελώς αλληγορικό. Είναι γραμμένο για τρεις ανθρώπους τους οποίους αναγκάσθηκα να αποχωριστώ. Όσοι διαβάσετε το πρώτο δίστιχο και δεν καταλάβετε τίποτα, μην μπείτε στον κόπο να διαβάσετε και τα υπόλοιπα, γιατί θα εξακολουθήσετε να μην καταλαβαίνετε τίποτα!

Βαγγέλια και θυμιατά τ’ άφησε όλα πίσω.
Ο παπα-Γιάννης έφυγε πριν τον καλογνωρίσω.

Ο μαστρο-Μήτσος, ο γλυκός, που έχει χίλια κάλλη,
μια μαύρη πέτρα έριξε και μου ‘ρθε στο κεφάλι.
Δυο δίστιχα για σένα(νε) είναι στιχουργημένα.
Τα δίστιχα του δύστυχου κι είναι δυστυχισμένα.

Πρόβατο άσπρο, με γυαλιά, στον κόσμο φως χαρίζει,
μα σαν πουλάκι πέταξε, άλλους για να… Φωτίζει.

Το τελευταίο αγκάλιασμα, γλυκιά μελαγχολία.
Συνάντηση του βλέμματος, σιωπής η ομιλία.

Σε τέτοιες στιγμές οι άνθρωποι δίνουν(ε) υποσχέσεις
και στο Θεό ορκίζονται πως θα κρατήσουν σχέσεις.
Όμως…
Λόγω της αποστάσεως, οι άνθρωποι ξεχνιούνται
και μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται…


Συγγνώμη Τίνα

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2007

Επιδόρπιο...

Πριν λίγες μέρες τόλμησα για πρώτη φορά να γράψω στα κόμεντ του Νίκου Περάκη για το ποίημα «Τα μυστικά σου». Αντί για σχόλιο, έγραψα ένα μισοτελειωμένο ποίημα που θα μπορούσε να έπεται του δικού του. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και το έγραψα. Ίσως το ποίημα που διάβασα να ήταν τόσο μαγευτικό, που με ενέπνευσε να δημιουργήσω ένα παρόμοιο. Δεν μπορεί βέβαια να συγκριθεί το δικό μου ποίημα με το δικό Του. Σε καμία περίπτωση δε συγκρίνεται ο Δάσκαλος με το μαθητή. Λέω «Δάσκαλος», επειδή ακούσια μου έμαθε να γράφω ποιήματα. Εδώ και μήνες διαβάζω τα ποιήματά του και έχω παρατηρήσει το εξής: Όσο περισσότερο διαβάζω, τόσο πιο πολύ μου δημιουργείται η επιθυμία να διαβάσω κι άλλα.

Κάθε φορά που διάβαζα το συγκεκριμένο ποίημα, μου ερχόταν στο μυαλό ένα στιχάκι για να γράψω στα κόμεντ. Κάνοντας μια σούμα αυτών των στίχων, κατάφερα να φτιάξω το παρακάτω ποίημα, που είναι αν όχι το καλύτερό μου, σίγουρα το πρώτο, που, παρά την ύπαρξη ομοιοκαταληξίας, είναι σοβαρό και επιτυχημένο. (Όποτε ξεκινάω να γράφω κάτι με ομοιοκαταληξία, ακόμα κι αν αυτό είναι σοβαρό, γίνεται πάντα αστείο.)

Θα παρατηρήσετε ότι το νόημα του ποιήματος του Ν.Περάκη είναι ελαφρώς διαφορετικό από του δικού μου. Επίσης θα παρατηρήσετε ότι, επειδή έχω μανία με τα Χιώτικα (θα σας πω άλλη φορά που οφείλεται αυτή μου η μανία), έχω γεμίσει το ποίημα με πολλές λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται συχνά εδώ στη Χίο.

.


Ξύπνα, κι ο έρωτας περνά από τη γειτονιά σου.
Χρυσή κορδέλα σου βαστά,να πλέξεις τα μαλλιά σου…
Ξύπνα γλυκιά μου, για να δεις του ήλιου τη λιακάδα.
Ξύπνα που δεν εχόρτασες του ύπνου τη γλυκάδα…

«Φεγγαρολαμπερούσα» μου και της καρδιάς μου λαύρα,
άνοιξε τα ματάκια σου τα πλουμιστά και μαύρα.
Ξύπνα γλυκιά νεράιδα, χτένισε τα μαλλιά σου,
γιατί αυτός που σ’ αγαπά θα ‘ρθει στην κάμαρά σου.

Ξύπνα λιβαδοπέρδικα, τίναξε τα φτερά σου,
Διώξε τον νυχτοκόρακα, πού ‘χεις στην αγκαλιά σου.
Ξύπνα λιβαδοπέρδικα, τίναξε τα φτερά σου,
άσε με -μόνο μια βραδιά-, να ‘ρθω στην αγκαλιά σου.

Ξύπνησε, του έρωτα παιδί, του Χάρου παρακλάδι
και της νεράιδας γέννημα, που μ’ έβαλες στον Άδη.
Ξύπνα και χάραξε η αυγή, ξύπνα και ξημερώνει.
Ξύπνα γιατί μ’ αφάνισαν τα βάσανα κι οι πόνοι.

Θάλασσα μαύρη να γενεί, η κλίνη όπου κοιμάσαι,
να πέσεις μέσα να πνιγείς, αφού δε με θυμάσαι…




Αφιερωμένο σε κάποια που δε θέλει ούτε να με βλέπει…

________________________________________________
Υ.Γ: Σίγουρα θα αναρωτιέστε τι σχέση έχει ο τίτλος με το ποίημα. Αυτό θα μου το πείτε εσείς...

Επιτέλους!

Επιτέλους, ο ανώνυμος αναγνώστης αποφάσισε
να μου στείλει μήνημα με το όνομά του. Ομολογώ ότι με συγκίνησε αφάνταστα. Εγώ σας το παραθέτω χωρίς το e-mail του, εφόσον έτσι έχουμε συμφωνήσει.


15/6/2007
Καλησπέρα.
Να λοιπόν που φανερώνομαι... Σου γράφω για να δω που χάθηκες... (Δεν είμαι καλή παρέα σίγουρα, αλλά όχι και έτσι!) Καλέ μου άνθρωπε, είσαι πολύ καλύτερος στη γραφή, στο πνεύμα, στο μυαλό όχι μόνο από εμένα (35 χρονών απαθής μαντράχαλος) αλλά και από πολλούς άλλους που διαβάζω.

Ξαφνικά και ενώ ένα απο τα τελευταία σχόλια μιλάει περί ποσότητας, ποιότητας κλπ, χάνεσαι άνευ λόγου.Συμβουλές δεν μπορεί να σου δώσει κανείς.Είσαι πολύ έξυπνος ώστε ναχρειάζεσαι συμβουλές (είτε είσαι 16,36,86 χρονών).Μπορεί ο Αραχτός να είχε καλές προθέσεις όταν έγραφε το σχόλιό του, το βρίσκω όμως άστοχο. Σε κολακεύω, το ξέρω, αλλά το αξίζεις και χρησιμοποιώ τις σωστές λέξεις για να σου δώσω να καταλάβεις πως ένιωσα μόλις διάβασα τα ποιήματά σου.Εννοείται ότι αν ήσουν μπροστά μου δεν θα σου έλεγα ποτέ τα παραπάνω. Αντίθετα θα προσπαθούσα να σε μειώσω, να σε κοντύνω, για να κατέβεις στο επίπεδό μου.

Σ' αγαπάμε!

Αγαπητέ Άγνωστε,

Νομίζω ότι δημιούργησες αυτό το e-mail απλά και μόνο για να μου στείλεις το μήνυμα αυτό. Παρ' όλ' αυτά θέλω να μη με ξεχάσεις και να συνεχίσεις να γράφεις τα "ανώνυμά σου"... Τώρα πλέον δε με νοιάζει το ότι γράφεις ανώνυμα, γιατί ξέρω, ότι χάρη σ' εσένα το μπλογκ μου έγινε γνωστό.
Να 'σαι καλά, καλέ μου άνθρωπε.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2007

Νίπτοντας τας χείρας μου

.


Το αριστερό μου χέρι,
που δεν έγραψε αράδα στη ζωή του,
τρελάθηκε κι έβαλε δαχτυλίδια και βραχιόλια.
Χέρι αγράμματο κι ανάξιο
ικανό μόνο από μακριά να χαιρετά.
Χέρι που αν πνιγόμουν,
σαν ξένο χέρι αστού παρατυχόντος,
θα ενδιαφερόταν μόνο μη βραχεί.
Χέρι για μεγαλεία διψασμένο,
χέρι τρελό δεσποτικό…

Ένας ακάματος εργάτης,
το δεξί μου χέρι,
που ποτέ δε χάνει το δρόμο.
Νυχθημερόν,
χάδια, ραπίσματα και χειραψίες ανταλλάσσει.
Νυχθημερόν,
κι ας είναι εγγράμματο,
δούλος πιστός.
Μονάχα στίχους θα ‘θελε να γράφει
κι όμως, εκ γενετής δικές του έχει
τις λογής χοντροδουλειές.
Πότε βαστάζος για τα ψώνια
ή προσκεφάλι τρυφερό.
Κι από κοσμήματα μεσάνυχτα,
το βαρυκόκαλο δεξί μου χέρι.
Πρόθυμο πάντοτε ωστόσο
για μένα να ριχτεί και στα σκυλιά.

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2007

"Ένα σπουδαίο πνεύμα μας αποχαιρετά"


Η αποχαιρετιστήρια επιστολή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες προς τους φίλους του, που ταξίδεψε σ' όλο τον κόσμο. Το συγκεκριμένο κείμενο το βρήκα τυχαία, ψάχνωντας για κάτι εντελώς διαφοετικό στο "Google" και νομίζω πως αξίζει να το διαβάσετε... Είναι πραγματικά πολύ ωραιο... Σας συστήνω να το διαβάσετε, καθώς πρόκειται για ένα πραγματικά συγκινητικό κείμενο γραμμένο από έναν από τους λαμπρότερους λατινοαμερικανούς συγγραφείς του αιώνα που μας πέρασε.

"Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.
Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν.

Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους...
Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί.

Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ' αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να βγαίνεις απ' την πόρτα, θα σ' αγκάλιαζα και θα σου 'δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ' έβλεπα, θα έλεγα "σ' αγαπώ" και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μάς δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα 'θελα να σου πω πόσο σ' αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις "συγνώμη", "συγχώρεσέ με", "σε παρακαλώ", "ευχαριστώ" κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ' τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα."

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2007

Solitudo mio





Ο Alex Walker περπατά
σε δρόμο ανυπαρξίας.
Στο δρόμο της ματαιότητας
και της απελπισίας.

Το μπλογκ του είναι πάμφτωχο,
προβλήματα έχει μύρια.
Για γέλια και για κλάματα
και για τα πανηγύρια.

Το post το γράφει μόνος του.
Μόνος θα το διαβάσει.
Λόγια χωρίς αντίχτυπο
και του ‘ρχεται να κλάψει.

Το site του είναι άγνωστο
στη μπλογκοκοινωνία.
Ο alex «ο ανύπαρκτος»!
Τι τραγική ειρωνεία…

Μόνο ένας ανώνυμος
στα comments ειν’ γραμμένος.
Τον γλύφει κολακευτικά,
γιατ’ είν καλά κρυμμένος…

Μπορεί να είναι ο Αραχτός, (μπορεί όμως και όχι)
που σχόλια του βάζει.
Ο καημένος προσπαθεί
το ηθικό να του ανεβάζει.

Το ποίημά του σαν διαβάσει,
μπορεί να νευριάσει ή να συγκινηθεί.
Το σίγουρο όμως είν’ αυτό:
στα γέλια θα κυλιστεί!!!

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2007

Το Δημητρό του Άβγαρτου (στα χιώτικα)

Επειδής στο χωριό μου είμαι γνωστός για τα χωρατά που ήγραφα κι γράφω καθημέρι, λέγει μου σήμερις ο συχωριανός μου κύριος Γιάννης:
-Είντα ετοιμάζεις να γράψεις πάλι βρε χωρατατζή;
Τότες του απαντώ κι εγώ στα χωριάτικα:
-Εν έχω ακόμα εύρει είντα.
-Ε, τότες, κάτσε να σου πω εγώ μιαν ιστορία που ‘ναι πέρα για πέρα αληθινή…

Ξέρω πως ο κυρ-Γιάννης ψεύτης εν είναι, μα καμιά φορά ε! άνθρωπος είναι… Εγώ μια φορά ήκατσα, είπε μου την ιστορία, γράφω σας τηνε κι εσείς θέτενε πιστέψετέν τηνε, θέτενε όχι.

Το Δημητρό του Σιδερή του Άβγαρτου ήταν τριτοπαίδι. Τα’ άλλα δυο αδέρφια του αρσενικά κι ευτά είχανε πιάσει δουλειά στο εμπορικό του κυρού τος, που ΄τανε απέ ρους πρώτους μπακάληδες της Χιός.

Το Δημητρό, όποτε ήθεν να του πει ο κύρης του να πα να βοηθήσει στο μαγαζί ήβρισκεν χίλιους δυο τρόπους να ξεφεύγει. Μια μέρα μάλιστα του το ξέκοψε.
-Άκου να δεις, πατέρα, εγώ για μπακάλης εν κάμνω. Ε ρέσει μου εμένα να μαλάζω τα τυριά και τις φρίσες και να σκυλοβρομώ το βράδυ, που πάγω να πιω ένα καφέ. Εγώ (ήτον τότες 16 χρονώ) ‘α βγάλω το Γυμνάσιο κι α φύω… Κι ήβρα και πού ‘α πάγω… ‘Α πάγω στην Αραπιά και παράδες ‘α κάμω και χωρίς τη γρίνα σου θα ζιω.

Ο κύρης του, που εν επίστευεν ευτά που του ‘λεεν το Δημητρό, λε του:
-Καλά, τέλεψε πρώτα το Γυμνάσιο, που θες δυο χρόνια και βλέπονεν ύστρερις…

Και που λέτενε, το Δημητρό τελεύει το Γυμνάσιο όπως και είχεν κι όλας εύρει την παρέγια του, άλλους δυο ρεμπέτ-ασκέρηδες σαν κι ευτόνε, βρίσκουν και τα ναύλα και να τοις στην Αραπιά εργατάκια σε κάτι Εβραίους, που ηπουλούσανε ρουχισμό.

Και οι τρεις τος ημένανε στο ίδιο σπίτι, σε ξεχωριστά δωμάτια και κάθε βράδυ ηλέγαν τα και ησκαρώνανε τα σκέδια της καλοπέρασής των.

Το Δημητρό ήταν το πλιο αχαμνό απέ μυαλά. Μια μέρα ο Λεών (από το Λεωνίδας), που ‘τανε διαόλου κάρσα, λέγει τος:
-Βρε, καλά περνούμενε, μα από γυναίκα;
-Καλά λες, συμφώνησε το Δημητρό και λίγο πλιο ύστερις κι ο Αργύρης, ο τρίτος της παρέγιας.
-Α πάρομε μια και ‘α την έχομεν κι οι τρεις. Μια βραδιά καθένας.
-Ναι, λε τώρα ο Αργύρης, με ευτή θε ένα σωρό παράδες κι εμάς ο Εβραίος μας δίνει λίγα.
-Ησκεύτηκά το κι ευτό, λε ο Λεών. ‘Α τηνε πάρομεν, α’ τηνε παντρευτεί στα ψέματα το Δημητρό ‘α την έχομεν εδώ κι ας τρω απέ τα φαγιά μας. Σα γυναίκα μας ε θα θε παραπανίσια;

Πάλι συμφωνήσαν όλοι. Ήβρα λοιπό μια «παστρικιά», όχι αραπίνα, παν και στο προξενείο, ηκάμανε κουβέντα, ηδήλωσάν το απλά και να το Δημητρό παντρεμένο με μια κοπέλα «τιμισιό» να την έχουνε κι οι τρεις! Ναι, μα ήτανε χρεωμένη στο Δημητρό.

Ηπεράσανε τα χρόνια. Μέσες άκριες ο γερο-Σιδερής ο Άβγαρτος ήμαθεν τα καμώματα του προκομμένου του, γι’ αυτός και στη διαθήκη που ήκαμεν ήφηκεν τα όλα στους δυο γιους του που είχενε κοντά του. Το μόνο που ήγραψεν για το μικρό ήταν τούτο: Ο γιος ο Δημητρός επιτρέπω να πεθάνει… (σταματά εκεί)
-Είντα λες; Του λε ο συμβολαιογράφος, επιτρέπεις να πεθάνει;
-Ξέρω είντα λέγω… Γράφε: Ο γιος μου ο Δημητρός επιτρέπω να πεθάνει… σ’ ένα δωμάτιο στο κατώι του σπιτιού του μεγάλου γιου μου. Τίποτις άλλο.

Σε κανα δυο χρόνια, συχωρεμένος πια ο Σιδερής να και γυρίζει πίσω το Δημητρό μονάχος του και σε κάνα χρόνο μετά να σου και η «παστρικιά» που είχανε κι οι τρεις στην Αραπιά και τώρα ήρτενε σαν εγκαταλελειμμένη σύζυγος να ζητά μερίδα απέ την περιουσία του Δημητρού εδώ στη Χίο, που, σαν που της ηλέανε ήτονε πολύ πεγάλην. Ήβρεν όμως το ξυλοκρέβατο, τ’ αχερένιο στρώμα και το Δημητρό κατάκοιτο και άρρωστο. Έτσι ήφυγεν άναυλη και της μείνανε κι αυτηνής μόνο οι «απολαύσεις» της Αραπιάς!

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2007

Ραβασάκι σε καθηγητή

Αυτό το ποίημα το έγραψα σήμερα στην κόλλα των εξετάσεων, όταν έδινα Χημεία. Επειδή ούτως η άλλως είμαι σκράπας στα θετικά μαθήματα κι η κόλλα θα έμενε λευκή είπα να γράψω ένα ποιηματάκι για να στολιστεί. Θα ήθελα πολύ να έβλεπα το πρόσωπο του κύριου Κάλλα μόλις έπιασε την κόλλα μου για να τη διορθώσει…



Η κόλλα μου είναι καθαρή,
με τίποτα γραμμένο.
Το στρογγυλό μηδενικό
το ‘χω ‘ξασφαλισμένο.

Στη Χημεία είμαι ξεφτέρι.
Και στα Μαθηματικά.
Άνθρακες και εξισώσεις
ούτε ξέρω τι ειν’ αυτά.

Ο κύριος Κάλλας ήθελε
τις γνώσεις να μου βάνει,
μα εγώ όντας αδιάφορος,
κοιτούσα το ταβάνι.

Το μόνο που σημείωσα
στο άδειο μου τετράδιο:
«Βυνιλοχλωρίδιο
μεθυλοβουτάνιο».

Όσο ο καθηγητής κι αν ήθελε
στο μάθημα να προκόψω,
άλλο τόσο εγώ ήθελα
από την τάξη να ‘βγω όξω.

Ο κυρ-Μανόλης ήξερε
το μάθημα να ομορφαίνει,
το νήμα της μαθήσεως
με χιούμορ να υφαίνει.

Όπως το αλάτι Κάλας
νοστιμίζει το φαγί,
έτσι κι ο «Καλλός» ο Κάλλας
μας γλυκαίνει τη ζωή.


Κάλλα μου,

καλοσυνάτε,

της ζωής καλλυντικό

με καλόγουστο καλαμπούρι

in the class καλοπερνώ.


Καβαλάω το καλάμι

αν αυτοαποκαλεστώ

καλλιτέχνης πρώτης κλάσης

με το ποίημά μου αυτό.

Όπως καταλάβατε στα δύο τελευταία τετράστιχα υπάρχει παρήχηση του κάπα και του λάμδα.

Ποιητική μανία

Θα ‘θελα να ‘γραφα κι εγώ δυο στίχους, μα διστάζω,
γιατί της εύθυμης ζωής τη στήλη σα διαβάζω,
βλέπω για όσους έχουνε ποιητική μανία,
ευγενικά χτυπήματα με γούστο κι ειρωνεία.

Καθ’ ένας, ονειρεύεται να βλέπει τ’ όνομά του
σ’ αυτά, που τα φαντάζεται για στιχουργήματά του,
μα στην ψυχή του σύντομα η κάθ’ ελπίδα σβήνει
πως Λασκαράτος ή Σουρής, μπορεί αυτός να γίνει.

Ένας μιλά για έρωτα, άλλος για την Κορέα,
και κάποιος τρίτος ασφαλώς θαρρεί πως γράφ’ ωραία
και που της ζέστης φαίνεται τον χτύπησε το κύμα,
με τα κουνούπια θέμα του, σύνθεσε ένα… ποίημα.

Με λίγα λόγια φίλοι μου καθ’ ένας που θα γράψει,
καλά θα κάνει, το χαρτί που χάλασε να κλάψει,
κι ας ξέρει ότι δάφνινα στεφάνια δε θα δρέψει
μ’ αυτόν τον λίγο δύσκολο κριτή που έχει μπλέξει.

Άλλοι ίσως γελάσουνε πιστεύω και για μένα
όπως εγώ γελώ μ’ αυτά που έχουνε γραμμένα,
κι άλλοι θα παρηγορηθούν, σα δούνε πως κι εγώ
πήγα να πιάσω απ’ τα’ αυτιά, ποιητικό λαγό.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2007

Η ποίηση σκοτώνει

Χθες τη νύχτα
ενώ ποίημα να γράψω προσπαθούσα
για κατσαρίδες που με τη φτέρνα μου
έχω παλιά συντρίψει,
από το φως της λάμπας παραπλανημένο
ένα ιπτάμενο μυρμήγκι
ήρθε και στη μουντζουρωμένη κόλλα μου
προσγειώθηκε.
Δίχως διόλου να σκεφτώ
αν και σε τι μου έφταιξε
τ’ αριστερό μου χέρι μ’ ένα βαρύ
ποιητικό βιβλίο το σύνθλιψε.
Κι ύστερα μ’ έτρωγαν οι τύψεις.
Κάπου έξω, ήμουν βέβαιος γι’ αυτό,
ξάγρυπνος θα περίμενε ο σύντροφός του.
Τα λόγια για την ατέλειωτη νυχτερινή κουβέντα
θα είχε ετοιμάσει.
Ίσως να είχε στρώσει και τραπέζι
με ψίχουλα από σπίτια που κατοικούν εργένηδες
και κάποιο φύλλο στην ανθισμένη γαρδένια για κρεβάτι
θα είχε σίγουρα διαλέξει.
Ξάγρυπνος θα περίμενε.
Κι όσο η ώρα θα περνούσε
θα θύμωνε
θα ‘βαζε όργια μες το νου του
θα νόμιζε πως γι άλλη αγκαλιά
το ταίρι του έβαλε φτερά.
Το χάραμα,
Από τον πόνο τσακισμένο,
στου πρωινού τι πρώτες δροσοστάλες θα πνιγόταν,
άμοιρο της αλήθειας
ότι ο σύντροφός του
υπέρ της ποιήσεως και μόνο πήγε…