Σάββατο 18 Αυγούστου 2007

Χαϊκού Ι

Κατακείμενος
χερσί παραδίδωμαι
ρακοσυλλέκτου.

Οι σκέψεις του Walker


Σαν μανιασμένη θάλασσα
οι σκέψεις του οδοιπόρου.
Σαν αφρισμένα κύματα.
Εχθροί θαλασσοπόρου.

Σκέψεις λιοντάρια άγρια,
που δυνατά μουγκρίζουν
και που τη μεγαλόπρεπη
χαίτη τους ανεμίζουν.

Είν’ άλογα κατάλευκα
(που) τρέχουν αφηνιασμένα
μέσα στον κάμπο τον ξανθό,
που στάχυα ειν’ σπαρμένα.

Και μελωδίες σκοτεινές,
βγαλμένες από κιθάρα,
κάποιου θλιμμένου ραψωδού,
που έκλινε την κάρα.

Εξομολόγηση


Πριν λίγο καιρό,
ο Θεός με λυπήθηκε
και μου ‘στειλε
δυο αγγέλους·
σε μένα τον ανάξιο…

Χθες βράδυ,
έκανα ένα λάθος,
που ποτέ
δε θα το συχωρέσω
στον εαυτό μου.
Βέβαια, έμαθα απ’ αυτό.
Όταν νομίζεις ότι θα χάσεις κάτι
ή όταν το έχεις χάσει ήδη,
το εκτιμάς περισσότερο.
Όμως τότε πια είναι πολύ αργά…

Χθες βράδυ έκανα μια βλακεία.
Μόνο μια;
Δεν ξέρω πια τι να κάνω.
Να μην κάνεις τίποτα.
Να πέσεις σ’ ένα πηγάδι
μαζί με όλους τους απανταχού βλάκες
και να μείνεις εκεί.
Μέχρι να περάσει κάποιος
και να πετάξει μια βόμβα
να σας ανατινάξει όλους μαζί.
Να μην ξαναβλάψετε κι άλλους
με τη βλακεία σας.

Χθες βράδυ…
και τώρα λιώνω
στα σκαλοπάτια
σαν κερί
που άναψαν οι Ερινύες.
Τα δάκρυά μου
στολίζουν το χαρτί
και με το μπλε μελάνι
γίνονται ένα.
Μια θάλασσα…
Στη γαλανή γαλήνη της
γλιστράει μια γαλέρα
τα λάθη κουβαλώντας.

Όσες «πράσινες» και να πιω,
δεν πρόκειται να ξεχάσω.
Στο σφίξιμο του μπουκαλιού
πνίγονται οι λυγμοί μου.
Δε μπορώ να ξεχάσω
τα λάθη
τις βλακείες…
Γιακ!
Δεν είσαι καλλιτέχνης!
Μη μ’ αγγίζεις!
Το ξέρω.
Δε σ’ αγγίζω.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα
ποιος είμαι.
Τι είμαι επιτέλους!
Σήμερα μάλλον έμαθα.
Είμαι ένας μεγάλος,
ένας σπουδαίος,
ένας πολύ πολύ μεγάλος
μαλάκας.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2007

Πέφτω!



Πέταγα αμέριμνος
στα σύννεφα
με τα φτερά που εσύ μου χάρισες
κι ήμουν χαρούμενος,
μέχρι που μου τά 'κοψες.
Ήθελες να μάθω μονος μου να πετώ.
Βαρέθηκες εξάλλου να με νταντεύεις...


Βρίσκομαι στα σύννεφα

χωρίς φτερά...

Πέφτω!

Πέφτω!

Χωρίς βοήθεια...

Πίπτομαι!

Πίπτομαι!

Τι θα κάνω τώρα;

Δεν ξέρω να πετώ!

Δε μου έμαθες...

Πέφτω!

Πέφτω!

Βοήθεια!

Βοήθεια!

Είμαι μόνος!

Εδω κάτω!

Κάτω!

Πιο κάτω!

Με βλέπεις

και δε με βοηθάς.

Πέφτω!

Πέφτω!

Πίπτομαι!

Είναι αργά πια!

Είσαι μακρυά!

Είμαι σχεδόν έτοιμος να...

Είμαι σχεδον...


Πέφτω!

Πέφτω!

Πίπτομαι!

Μπαμ!

Ησυχία...


Τώρα ίκανοποιήθηκες;

Κυριακή 12 Αυγούστου 2007

Παπούτσια

Ανάπηρος ...
Χωρίς τα πόδια του
είπε και τον πήγαν
σε μια μεγάλη βιτρίνα
με παπούτσια.
Αγόρασε με ευκολία
τ' ακριβότερα.


Τα φόραγε
όταν γύριζε
στο παρελλθόν του...

Σάββατο 11 Αυγούστου 2007

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2007

Δον Κιχώτης


Χρόνια ατελείωτα
καβάλα στ’ άλογό μου
την Ντουλτσινέ(τ)α μου γυρεύω.
Όμως, τη μορφή της
δε μπορώ στη μνήμη μου να φέρω,
γιατί από του μυαλού τις αποθήκες ξέφυγε
και σαν καπνός στον αγέρα απλώθηκε
και χάθηκε…
Ακόμα κι η θύμηση της φωνής της
το ‘σκασε ένα βράδυ
ξεγελώντας με δόλο
τη μνήμη μου.
Μερικές φορές
νομίζω πως δεν τη γνώρισα ποτέ.
Μπερδεύομαι, τρελαίνομαι…
«Όλα είναι μέσα μου
κι εγώ είμαι εντός τους!»

Χρόνια κίτρινα*
καβάλα στ’ άλογό μου
ανεμόμυλους με μανία πολεμάω.
Γίνομαι θύμα χλευασμών
και κακουχίες υπομένω.
Για εκείνη….
Κι όμως, τρελός δεν είμαι.
Δεν ειν’ η τρέλα
που με σπρώχνει σε τέτοιες γελοιότητες.
Είναι κάτι δυνατότερο·
Κάτι ανώτερο·
Ο έρωτας,
που με τα τρελοβέλη του
γλυκά με αρρωσταίνει
κι όσο περνάει ο καιρός,
το νου μου αποτρελαίνει.

Χρόνια αισιοδοξίας
καβάλα στ’ άλογό μου,
το ατέλειωτο ταξίδι συνεχίζω.
Δε σταματάω να ελπίζω.
Δε σταματώ να ονειρεύομαι
Εκείνη…
Ακόμα κι αν τρελό μ’ αποκαλέσουν
και νεφελοβάτη,
εγώ άμεμπτος θα πολεμήσω
και την Ντουλτσινέ(τ)α μου
στην αγκαλιά μου θα την κλείσω…
Αφιερωμένο στην Ντουλτσινέτα μου
____________________________________________
*χρόνια κίτρινα: το κίτρινο, είναι το χρώμα των τρελών. Λέγοντας λοιπόν "κίτρινα χρόνια" εννοώ το χρονικό διάστημα που ο Δον Κιχώτης είχε χάσει τη λογική του.

Σάββατο 4 Αυγούστου 2007